Η θέση του νομικού – Είναι υποχρεωτικός ο εμβολιασμός;

10

vaccination2
Α. Μηλιόπουλος – 
Πρόεδρος Εφετών, Εφετείο Θεσσαλονίκης

Ι. Από τότε που έγινα Δικαστής, εν έτει σωτηρίω 1978, έχουν περάσει ήδη 37 σχεδόν χρόνια (παρ’ όλο που μου φαίνεται σα να ήταν χθες!). Από τότε, μαθητεύοντας κοντά στους παλαιότερους συναδέλφους, προσπαθούσαμε οι νεώτεροι να μάθουμε τον τρόπο, με τον οποίο, πέραν των θεωρητικών γνώσεών μας στη νομική επιστήμη, θα έπρεπε να κινούμαστε όταν δικάζουμε και πώς θα έπρεπε να λειτουργούμε ως εφαρμοστές του δικαίου, για να είμαστε δίκαιοι, ουσιαστικοί, αλλά και αποτελεσματικοί και πρακτικοί. Από το στόμα λοιπόν των παλαιοτέρων συναδέλφων, στα πολλά σχετικά ερωτήματά μας, συχνά ως απάντηση ακούγαμε το εξής, εν είδει ευφυολογήματος, που είχε όμως ουσιαστική πρακτική σημασία: “Εν τω νόμω τι γέγραπται;’’ Πρόκειται ασφαλώς για τη γνωστή φράση του Κυρίου, που απηύθυνε σε κάποιο νομικό της εποχής, όταν αυτός, για να Τον πειράξει, Τον ρώτησε τι πρέπει να κάνει, για να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. “Ο δε είπε προς αυτόν: Εν τω νόμω τι γέγραπται; πώς αναγιγνώσκεις;’’ (Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο 10,26).

ΙΙ. Το θέμα μας σήμερα είναι οι εμβολιασμοί και από μένα ζητήθηκε να πω λίγα λόγια για το αν, κατά τη γνώμη μου, κατά το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, είναι υποχρεωτικοί οι εμβολιασμοί εν σχέσει με τη δημόσια υγεία, αν δηλαδή, για να προάγουμε, να εξασφαλίσουμε και να διατηρήσουμε τη δημόσια υγεία σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο (εν προκειμένω μιλάμε για τη χώρα μας σήμερα), αν, λοιπόν, πρέπει να θεωρείται δεδομένος ο υποχρεωτικός εμβολιασμός του πληθυσμού, με περαιτέρω ασφαλώς ερωτήματα (αν η απάντηση στο άνω βασικό ερώτημα είναι καταφατική), για το πώς και πότε πρέπει να γίνεται ο εμβολιασμός αυτός, ποιοι πρέπει να περιληφθούν στα σχετικά προγράμματα και ποια θα είναι τα προγράμματα αυτά. Κρατείστε το βασικό ερώτημα, που προαναφέρθηκε. Θα προσπαθήσω να θέσω στη συνέχεια κάπως ευκρινέστερα τα επί μέρους ζητήματα και θα επανέλθω μετά ταύτα στο πιο πάνω ερώτημα.

ΙΙΙ. Βλέποντας, έτσι, ειδικότερα το θέμα, τα βασικά ζητήματα, που ανακύπτουν και αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεων και αντιπαραθέσεων, είναι

  • α) γιατί γίνονται τα εμβόλια, ποιον σκοπό δηλαδή εξυπηρετούν και αν συνεπάγονται κινδύνους για την υγεία ή και για τη ζωή ακόμη των εμβολιαζομένων,
  • β) ποια είναι η χρησιμότητά τους και η αξία τους ειδικότερα στην περίπτωση μιας επιδημίας ή πανδημίας,
  • γ) αν είναι δικαίωμα απλώς και όχι υποχρέωση του πολίτη να εμβολιαστεί και επομένως αν αυτός έχει δικαίωμα να αρνηθεί τον εμβολιασμό, που δεν τον επιθυμεί ή αν αντιθέτως έχει υποχρέωση εμβολιασμού,
  • δ) σε περίπτωση που ο πολίτης μπορεί να τον αρνηθεί, πώς ασκείται το δικαίωμα αυτό προκειμένου μάλιστα ειδικότερα για ανηλίκους από ποιον και με ποιες προϋποθέσεις;
  • ε) οι σχετικές απαντήσεις στα προαναφερόμενα ερωτήματα αφορούν σε όλες τις ασθένειες που μπορεί να μεταδοθούν, αυτό που απλουστευτικά ονομάζουμε να “κολλήσουν’’, ή σε ορισμένες μόνο, που μπορεί να θεωρηθούν πιο επικίνδυνες, και πώς και από ποιον τίθενται τα κριτήρια του επικίνδυνου, άρα και του αναγκαίου ενδεχομένως του εμβολιασμού;
  • στ) ποιο είναι το όριο του κινδύνου, που καθιστά ενδεχομένως υποχρεωτικό τον εμβολιασμό;
  • ζ) ποιος καθορίζει το όριο αυτό για κάθε επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία ασθένεια και με βάση ποια δεδομένα, ειδικότερα δε ως προς το ερώτημα αυτό πώς επηρεάζουν τη λήψη των αποφάσεων οι ενδιαφερόμενοι, δηλ. το Υπουργείο Υγείας, οι ιατρικοί σύλλογοι, οι ιατρικές εταιρίες κάθε ειδικότητος, οι απαιτήσεις των πολιτών και πώς τα αρμόδια εν τέλει δικαιοδοτικά όργανα, δηλαδή τα δικαστήρια, κρίνουν, όταν προσφύγουν σ’ αυτά κάποιοι από τους ενδιαφερόμενους;
  • η) όταν τελικά τεθούν οι κανόνες, ποιος επιτρέπεται ίσως να εξαιρεθεί, με ποιους όρους (ας πούμε σε περίπτωση παρενεργειών) και με ποιες συνέπειες, για να εξασφαλιστεί η υγεία του γενικού πληθυσμού;

ΙV. Για να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά, πρέπει να επανέλθουμε τώρα πάλι στο βασικό ερώτημα, που ανέφερα στην αρχή. “Εν τω νόμω τι γέγραπται;’’ Επειδή γνωρίζω ότι υπάρχουν φωνές και επιχειρήματα κατά του υποχρεωτικού εμβολιασμού, πρέπει, αφού πρώτα ορίσουμε το νομοθετικό πλαίσιο, κάνοντας ενδεχομένως μιαν ερμηνεία και αναζητώντας την αιτία της νομοθετικής ρύθμισης (αυτό που στα νομικά ονομάζουμε λογική και συστηματική ερμηνεία και που οι Λατίνοι το έλεγαν ratio legis), αλλά αναζητώντας επίσης το σκοπό του νομοθέτη (αυτό που στα νομικά ονομάζουμε τελολογική ερμηνεία), μετά να ερευνήσουμε αν, κατά το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, υπάρχει ή όχι υποχρεωτικός εμβολιασμός στην Ελλάδα σήμερα και υπό ποιες προϋποθέσεις.

vaccinationV. Ξεκινούμε λοιπόν από το νομοθετικό πλαίσιο.

Ο νομοθέτης ρυθμίζει το θέμα, στηριζόμενος εκ των πραγμάτων στα δεδομένα της ιατρικής επιστήμης με δύο προφανείς στόχους:

  • α) την υγεία των εμβολιαζομένων και
  • β) την υγεία του γενικού πληθυσμού σε επίπεδο πρόληψης (την αποφυγή δηλ. μετάδοσης ασθενειών και εξάπλωσης των μεταδοτικών λοιμώξεων, δηλ. την αποφυγή επιδημιών).

Για το λόγο αυτό συντάσσεται, όπως εσείς καλύτερα γνωρίζετε, το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, το οποίο περιλαμβάνει τα γνωστά εμβόλια της διφθερίτιδας-κοκκύτη-τετάνου, της πολυομελίτιδος, της αιμοφίλου ινφλουέντζας, του μηνιγγιτιδόκοκκου, της ιλαράς, της παρωτίτιδος, της ερυθράς, της ηπατίτιδας Α και Β, της ανεμοβλογιάς.

Στην απόφαση του Υπ.Υγείας Υ1/ΓΠ 161682/2008 ορίζεται ότι η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών, ως αρμόδιος κατά το νόμο φορέας του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, γνωμοδοτεί για τα υποχρεωτικά εμβόλια και η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου αποδέχεται ή μη τη γνωμοδότηση και καθορίζει το εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμών, μετά την έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης του υπουργού Οικονομικών, του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του υπουργού Υγείας και Πρόνοιας.

Με το άρθρο 33 του Ν.2676/1999, που δημοσιεύθηκε στις 5-1-1999 στο 1ο τεύχος του ΦΕΚ και συνυπογράφεται από τους υπουργούς Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας, Ανάπτυξης, Εργασίας, Υγείας -Πρόνοιας και Δικαιοσύνης, στα πλαίσια της ιατρικής περίθαλψης που παρέχουν οι ασφαλιστικοί Οργανισμοί και το Δημόσιο στους ασφαλισμένους και τα μέλη των οικογενειών τους, καθιερώνεται η υποχρεωτική προληπτική ιατρική με σκοπό την έγκαιρη διάγνωση και τη λήψη μέτρων για την πρόληψη της εκδήλωσης ή την αποτροπή της εμφάνισης νοσηρών καταστάσεων και η προληπτική αυτή ιατρική, κατά το ίδιο άρθρο του άνω νόμου, περιλαμβάνει και τον εμβολιασμό παιδιών και ενηλίκων, σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών στην Ελλάδα.

Εφ΄ όσον ο νόμος ομιλεί για υποχρεωτική προληπτική ιατρική, η οποία περιλαμβάνει, κατά την άνω διάταξη, και τα εμβόλια, είναι προφανές και συνάγεται σαφώς και ανενδοίαστα από το κείμενο του νόμου αυτού ότι ο νομοθέτης θέλησε η διενέργεια των εμβολιασμών, που προβλέπονται στα πλαίσια του Εθνικού Προγράμματος Εμβολιασμών, να μην εξαρτάται από την προαίρεση και την ευχέρεια των προσώπων, στα οποία αφορούν, αλλά αυτά είναι κατ’αρχήν υποχρεωμένα να τηρήσουν το νόμο και να εμβολιασθούν.

Το ότι ο εν λόγω νόμος δεν προβλέπει άμεση συνέπεια, δηλαδή ποινή, για τις περιπτώσεις που δεν θα εφαρμοσθεί η διάταξη, δεν αναιρεί τη δεσμευτικότητά του, που είναι δεδομένη, κατά τη γνώμη μου, γιατί προφανώς ο νομοθέτης, είτε από αβλεψία, είτε ίσως για άλλους λόγους, που σχετίζονται με τον ήπιο τρόπο, με τον οποίο θέλησε να προσεγγίσει το θέμα, δεν συμπεριέλαβε στις διατάξεις του άνω νόμου και πρόβλεψη για τιμωρία όσων δεν τον εφαρμόζουν, στοχεύοντας ενδεχομένως στο να πείσει τους υποχρέους εξ ενδιαφέροντος να τηρήσουν τις διατάξεις του, εν όψει και του αναμενόμενου βλαπτικού αποτελέσματος από τη μη τήρηση του υποχρεωτικού εμβολιασμού, δηλαδή τον κίνδυνο προσβολής από τη συγκεκριμένη νόσο.

Εξ άλλου η διερεύνηση των περιπτώσεων, που δεν έγινε εμβολιασμός, παρά το υποχρεωτικό της εφαρμογής του και ο περαιτέρω έλεγχος, η καταγραφή των μη εμβολιασθέντων, η ανεύρεση και η κίνηση διαδικασίας, δικαστικής ή άλλης για τη συμμόρφωση ή την τιμωρία των υπευθύνων δεν είναι καθόλου εύκολο να γίνει, προϋποθέτει πολύ καλή οργάνωση των υπηρεσιών, ενασχόληση και μεγάλη δαπάνη χρόνου και χρήματος, προϋποθέσεις που δυστυχώς δεν υφίστανται στην ελληνική πραγματικότητα. Οι δυσχέρειες αυτές δεν αναιρούν ωστόσο τη δεσμευτικότητα, δηλαδή την υποχρεωτικότητα των σχετικών διατάξεων, απλώς καθιστούν από πολύ δύσκολο έως αδύνατο τον έλεγχο της τήρησής τους. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται, πρέπει να το ξαναπώ, ότι η τήρηση είναι προαιρετική.

Εξ άλλου και ανεξαρτήτως αυτών η μη τήρηση των συγκεκριμένων διατάξεων και η μη συμμόρφωση σ’ αυτές μπορεί να ελεγχθεί και να τιμωρηθεί με τις γενικές υγειονομικού ή άλλου χαρακτήρος διατάξεις, που αφορούν την παραβίαση μέτρων για την πρόληψη ασθενειών ή τη διάδοση μεταδοτικής ή λοιμώδους νόσου, όπως θ ’αναφερθεί παρακάτω.

Δύο ανάλογα παραδείγματα θα κάνουν σαφέστερο αυτό που θέλω να πω:

Στο δικαστικό μέγαρο Θεσσαλονίκης απαγορεύεται γενικά το κάπνισμα, όχι μόνο στις αίθουσες συνεδριάσεων, αλλά και στους κοινόχρηστους χώρους εν γένει. Στα αίθρια, λοιπόν, που βρίσκονται έξω από τα ποινικά ακροατήρια στο 2ο και 3ο όροφο, κάτω από τις πινακίδες που αναγράφουν ’’ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΑΥΣΤΗΡΑ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ’’ καπνίζουν διάδικοι, μάρτυρες και δικηγόροι, κάποιες φορές και αστυνομικοί, ανελέγκτως κι αυτό γιατί δεν υπάρχει προσωπικό (αστυνομική δύναμη ή επιμελητές των δικαστηρίων), για να ελέγξουν και να επιτηρήσουν την εφαρμογή της διάταξης. Η υποχρεωτικότητα όμως της αγορανομικής διατάξεως, που απαγορεύει το κάπνισμα, δεν αίρεται εξ αυτού, επειδή δηλαδή, λόγω αδυναμίας του συστήματος, δεν εξαναγκάζονται οι καπνίζοντες να την εφαρμόσουν. Το ίδιο συνέβαινε μέχρι προ τινός και στις εκλογές, όταν οι εφορευτικές επιτροπές συνέτασσαν καταστάσεις μη ψηφισάντων, για να προωθηθούν στον αρμόδιο εισαγγελέα και να τιμωρηθούν οι μη ψηφίσαντες, αλλά καμμία περαιτέρω ενέργεια για την τιμωρία αυτών δεν γινότανε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ίσχυε η σχετική διάταξη για την υποχρέωση του ψηφοφόρου να ψηφίσει. Το ίδιο, λοιπόν, συμβαίνει κατά την άποψή μου και στην περίπτωση των εμβολίων.

Μπορεί να υπάρχουν ιατρικές απόψεις διαφορετικές, μπορεί δηλαδή, όπως πληροφορούμαι ότι συμβαίνει, μερίδα του ιατρικού κόσμου, με τα δικά της επιχειρήματα, να θεωρεί ότι ο εμβολιασμός δεν είναι υποχρεωτικός ή ότι, πολύ περισσότερο, βλάπτει την υγεία των εμβολιαζομένων ή έτι περαιτέρω ότι εξυπηρετεί συμφέροντα (των εταιριών, που κατασκευάζουν τα εμβόλια, των φαρμακοποιών κλπ). Εφόσον όμως αρμοδίως κατά το νόμο έχει θεσπισθεί η υποχρεωτική διενέργεια κάποιων εμβολίων, κατά τα προαναφερθέντα, δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια αυτών που υποχρεούνται να εμβολιασθούν να αρνηθούν τον εμβολιασμό.

Εκείνο που μπορεί να κάνει οποιασδήποτε έχει αντίθετη άποψη είναι να παρέμβει στα κέντρα λήψης των αποφάσεων (εν προκειμένω στο Υπουργείο Υγείας) και, εκθέτοντας την αντίθετη αυτή ιατρική του άποψη, να πείσει με τα επιχειρήματά του ότι η ρύθμιση θα έπρεπε να είναι διαφορετική. Ο νομοθέτης τεκμαίρεται καλόπιστος, ανεξαρτήτως των ενδεχόμενων λανθασμένων εκτιμήσεων, που μπορεί να εμφιλοχωρήσουν στις ρυθμίσεις του, όπως είναι πιθανό και αναμενόμενο σε κάθε ανθρώπινη ενέργεια. Έτσι, στηριζόμενος ο νομοθέτης στην αποδεκτή και κρατούσα ιατρική γνώση και άποψη, νομοθετεί με βάση τον επιδιωκόμενο στόχο, δηλαδή την υγεία των εμβολιαζομένων και την υγεία του γενικού πληθυσμού, σε επίπεδο πρόληψης, όπως προλέχθηκε.

Είναι καθήκον, μετά ταύτα, όσων έχουν αντίθετη άποψη, μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών, συζητώντας με τους υπεύθυνους να πείσουν για την άποψή τους, ώστε να αλλάξει ενδεχομένως το νομικό πλαίσιο. Αυτό όμως δεν επιτρέπεται να γίνει αυθαίρετα. Δεν μπορεί δηλαδή να γίνει με απαίτηση, απαίτηση που στηρίζεται απλώς στη διαφορετική προσέγγιση κάποιων γιατρών ή ομάδων ή άλλων σχετιζόμενων με το θέμα (πολλές φορές και μη σχετιζόμενων, δηλαδή αναρμόδιων) προσώπων, όπως δυστυχώς συμβαίνει σε πολλούς τομείς του εθνικού μας βίου σήμερα. Το ποια εμβόλια θα συμπεριληφθούν κάθε φορά στο υποχρεωτικό πρόγραμμα εμβολιασμού ή αν αυτό το πρόγραμμα, αναλόγως με τη διάδοση των μεταδοτικών ασθενειών και τις εξελίξεις στην παραγωγή των εμβολίων, θα αλλάζει, πότε θα γίνεται αυτό και με ποιες προϋποθέσεις, είναι ασφαλώς παράμετροι, που λαμβάνονται υπ’ όψιν μετά από διάλογο, κατά τα προλεχθέντα, των αρμοδίων φορέων, Υπουργείου, ιατρικών ενώσεων, ιατρικών συλλόγων και όλων όσων ενδιαφέρονται.

Το αποτέλεσμα όμως δεν το ορίζουν, δεν μπορεί να το ορίζουν και δεν επιτρέπεται, κατά την ισχύουσα έννομη τάξη, να το ορίζουν κάποιοι που αντιλέγουν, έχουν διαφορετική επιστημονική άποψη (θυμηθείτε το ‘’εν τω νόμω τι γέγραπται’’) ή ίσως κάποιοι που διαμαρτύρονται για λόγους πραγματικούς ή λιγώτερο πραγματικούς, συνδεόμενους ενδεχομένως και με οικονομικά ή άλλα συμφέροντα. Το ότι ενδεχομένως δεν ελέγχεται ή δεν ελέγχεται αποτελεσματικά η διενέργεια του υποχρεωτικού εμβολιασμού δεν αναιρεί την υποχρεωτικότητά του, όπως αμέσως παραπάνω αναφέρθηκε.

pertussisVI. Ένα βασικό επιχείρημα του αντιεμβολιαστικού κινήματος, απ’ όσο γνωρίζω, είναι ότι δημιουργούνται από τα εμβόλια παρενέργειες, ίσως μάλιστα ισχυρές παρενέργειες.

Μου έκανε εντύπωση το εξής απλό επιχείρημα, που αφορά τις παρενέργειες αυτές: Πώς είναι δυνατό να δημιουργεί παρενέργειες ο εξασθενημένος ιός του εμβολίου και όχι ο άγριος της ασθένειας; Ανεξαρτήτως της βασιμότητας του ερωτήματος αυτού, για τους νομικούς, στην περίπτωση παρενεργειών, τις οποίες οι αντιλέγοντες με έμφαση επικαλούνται, υπάρχει η, εμφανιζόμενη σε πολλές περιοχές της νομικής επιστήμης και πράξης, σύγκρουση και στάθμιση εννόμων αγαθών ήτοι στάθμιση συμφερόντων. Πρέπει δηλαδή ανάμεσα σε δύο αγαθά να επιλέξουμε εκείνο που έχει μεγαλύτερη αξία και να θυσιάσουμε το ήσσον.

Δεν απαγορεύουμε τις εγχειρήσεις, επειδή κάποιες φορές εμφανίζονται παρενέργειες, μέχρι και θάνατος, δεν καταργούμε τα φάρμακα, επειδή έχουν παρενέργειες, αλλά προσπαθούμε να ελαττώσουμε ή να εξαλείψουμε τις παρενέργειες και συνεχίζουμε τη χορήγησή τους. Αλλιώς το κακό που θα προκληθεί μπορεί να είναι μεγαλύτερο και το προστατευόμενο έννομο αγαθό να πληγεί άμεσα ή και ανεπανόρθωτα. Με την έννοια αυτή ακόμη και μία απλή ένεση προκαλεί σωματική βλάβη. Δεν καταργούμε όμως τις ενέσεις εξ αιτίας αυτού, δεν τις καταργούμε επειδή κάποιες φορές εξ αιτίας μιας ένεσης δημιουργήθηκε απόστημα, που μετά επιδεινώθηκε και ο ασθενής έπαθε μόλυνση και κατέληξε. Όταν εξ άλλου η βλάβη που μπορεί να προκύψει από μία ασθένεια, ας πούμε μολυσματική, δεν είναι απολύτως βέβαιη, αλλά ωστόσο αναμένεται με μεγάλη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (όπως στην περίπτωση επιδημίας μιας μολυσματικής νόσου), συνιστά αμέλεια η έλλειψη προσπάθειας αποφυγής της, που δεν μπορεί, η αμέλεια αυτή, να συγχωρεθεί, επειδή είναι δυνατό να εμφανισθούν κάποιες παρενέργειες, εκτός εάν με βεβαιότητα οι παρενέργειες αυτές θα επιφέρουν μεγαλύτερο κακό.

Έτσι είναι υποχρεωμένος ο γιατρός να χορηγήσει εμβόλιο για την αποτροπή προσβολής από επιδημική νόσο, έστω κι αν υπάρχει, όπως προλέχθηκε, η πιθανότητα παρενεργειών, όχι όμως όταν αναμένεται με μεγάλη πιθανότητα, που εγγίζει ίσως τη βεβαιότητα, να προκληθεί ο θάνατος π.χ. του εμβολιαζομένου.

Μιαν ιδέα για το πώς σκέπτεται ο νομοθέτης σε παρόμοιες περιπτώσεις μας δίνουν και οι ακόλουθες ρυθμίσεις: Στη διάταξη του άρθρου 285 του Αστ.Κώδικα αναφέρεται ότι ‘’δεν αποτελεί παράνομη πράξη η καταστροφή ξένου πράγματος, εφ’ όσον είναι αναγκαία για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, που απειλεί δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημία αυτού που επιχειρεί την καταστροφή ή άλλου’’, ενώ στη διάταξη του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα αναφέρεται ότι ‘’…ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αποκλείεται και όταν η πράξη αυτή αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος ή εκπλήρωση καθήκοντος που επιβάλλεται από το νόμο’’. Κατά τη διάταξη, εξ άλλου, του άρθρου 25παρ. 1 του Π.Κ. ‘’ δεν είναι άδικη η πράξη που τελεί κάποιος, για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί το πρόσωπό του ή κάποιου άλλου, χωρίς δική του υπαιτιότητα, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλο είναι σημαντικά κατώτερη κατά το είδος και τη σπουδαιότητα από τη βλάβη που απειλήθηκε’’. Κατά το άρθρο 32 παρ.1 τέλος του Ποινικού Κώδικα ’’δεν καταλογίζεται στο δράστη η πράξη που τελεί για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί χωρίς δική του υπαιτιότητα το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή συγγενούς του …, αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλον από την πράξη αυτή είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με τη βλάβη που απειλήθηκε’’. Όπως φαίνεται από τις παραπάνω διατάξεις γίνεται σε κάποιες περιπτώσεις στάθμιση των εννόμων αγαθών και επιτρέπεται η θυσία κάποιου, για να σωθεί κάποιο άλλο.

VII. Αυτά δίνουν, νομίζω, μια γενική απάντηση στο αρχικό ερώτημα ‘’Εν τω νόμω τι γέγραπται;’’.

Ακόμη όμως κι αν υποθέσουμε ότι δεν υπήρχε νομοθετική ρύθμιση, ειδικότερα σχετικά με την υποχρέωση εμβολιασμού των ανηλίκων, θα αρκούσε, νομίζω, για το υποχρεωτικό του εμβολιασμού μόνη η επιμέλεια, την οποία έχει υποχρέωση να επιδείξει κάθε γονέας ή κηδεμόνας για τη ζωή και την υγεία του ανηλίκου τον οποίο φροντίζει, καθώς και η σχετική γνώση, που μπορεί ο γονέας αυτός και οφείλει να έχει από τη γενική κοινωνική του εμπειρία (δηλαδή ότι υπάρχουν μεταδοτικές ασθένειες, ότι υπάρχουν κατάλληλα εμβόλια για την αντιμετώπισή τους και ότι αυτά χορηγούνται επί σειρά ετών με επιτυχία από τους αρμόδιους κρατικούς φορείς και σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία).

Τούτο δε εφόσον δεν υπάρχει σαφής και συγκεκριμένος λόγος για το συγκεκριμένο παιδί να αποφύγει κάποιο εμβόλιο. Αν δεν υπάρχει περίπτωση, για το συγκεκριμένο επαναλαμβάνω παιδί, τέτοιας συγκεκριμένης και αποδεδειγμένης εξαίρεσης, ο γονέας είναι υποχρεωμένος, με βάση την εμπειρία του και με βάση τις γενικές διατάξεις του Νόμου να προβεί στον εμβολιασμό. Αλλιώς πράττει αμελώς (αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, κατά το άρθρο 330 του Αστ. Κώδικα), μπορεί άρα ο γονέας να έχει ευθύνη και να ελεγχθεί από το Δικαστήριο για κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, να υποστεί δε τις συνέπειες που καταγράφει το άρθρο 1532 του Αστ. Κώδικα (αφαίρεση γονικής μέριμνας, ανάθεσή της σε τρίτο, διορισμός επιτρόπου κλπ) ή να βρεθεί κατηγορούμενος για παραβίαση των μέτρων για την πρόληψη ασθενειών, όπως ορίζεται στο άρθρο 284 του Ποινικού Κώδικα, που ορίζει ότι ‘’ όποιος παραβιάζει τα μέτρα που έχει διατάξει ο νόμος ή η αρμόδια αρχή, για να αποτραπεί η εισβολή ή η διάδοση μιας μεταδοτικής ασθένειας τιμωρείται με φυλάκιση και, αν η παραβίαση είχε ως συνέπεια να μεταδοθεί η ασθένεια σε άνθρωπο, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, ενώ, αν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή’’.

Σημειώστε ότι ο Ποιν. Κώδικας τιμωρεί την παραβίαση όχι μόνο των μέτρων που έχει διατάξει ο νόμος για την εισβολή ή διάδοση μεταδοτικής ασθένειας, αλλά και όσων έχει διατάξει η αρμόδια Αρχή, τουτέστιν το αρμόδιο Υπουργείο, οι αρμόδιες υγειονομικές Υπηρεσίες κλπ. Μπορεί επίσης, υπό προϋποθέσεις, η μη διδόμενη συναίνεση των γονέων ανηλίκου ασθενή να παρακαμφθεί σε περίπτωση επιδημίας θανατηφόρου ασθένειας, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3γ του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, (το ίδιο και η συναίνεση των συγγενών ασθενή που δεν μπορεί να συναινέσει ή άλλων τρίτων που έχουν την εξουσία συναίνεσης για τον ασθενή), όταν υπάρχει ανάγκη άμεσης παρέμβασης, προκειμένου ν΄ αποτραπεί κίνδυνος για τη ζωή ή κίνδυνος σοβαρής βλάβης της υγείας του ασθενή.

Η διάταξη αυτή, ως μεταγενέστερη της διάταξης του άρθ. 1534 του ΑΚ, την καταργεί σιωπηρά, ώστε σε περίπτωση επικίνδυνης επιδημίας να μην απαιτείται για την ενέργεια του γιατρού ούτε καν άδεια του αρμόδιου εισαγγελέα, όπως προβλέπει το άνω άρθρο του ΑΚ. Έτσι ο γιατρός μπορεί τότε, εκτιμώντας την κατάσταση, σε κατεπείγουσες ιδίως περιπτώσεις σοβαρού κινδύνου, να ενεργήσει αυτοβούλως και χωρίς συναίνεση των γονέων ή συγγενών ενός ανηλίκου και να διενεργήσει εμβολιασμό, προκειμένου ν’ αποτραπεί, όπως προλέχθηκε, ο κίνδυνος για τη ζωή του ή για σοβαρή βλάβη της υγείας του, ενώ οι σχετικές αποφάσεις (η άρνηση δηλαδή) του αρμοδίου να συναινέσει προσώπου μπορεί να θεωρηθούν ως κακή άσκηση των εξουσιών που του παραχωρούνται από το νόμο, με όλες τις προβλεπόμενες συνέπειες. Τούτο δε αν ληφθεί υπ’ όψιν ότι ο γιατρός ευθύνεται και κατά την Υγειονομική Διάταξη ΓΥ 39α/2012 του Υπουργού Υγείας, που αφορά τον περιορισμό της διάδοσης λοιμωδών νοσημάτων, η οποία προβλέπει την τιμωρία των υπευθύνων με τις ποινές του άρθρου 43 παρ. 8 και 9 του Ν.4025 / 2011, ήτοι με φυλάκιση ή πρόστιμο.

Αν, παρά ταύτα, ο υπεύθυνος γιατρός ή νοσοκόμος ή νοσηλευτής έχει σχετικές βάσιμες και τεκμηριωμένες πληροφορίες, που δικαιολογούν ή πολύ περισσότερο επιβάλλουν τον μη εμβολιασμό σε συγκεκριμένο άτομο (π.χ. σε μια έγκυο, της οποίας το κυοφορούμενο έμβρυο θα κινδυνεύσει να υποστεί ανεπανόρθωτες βλάβες από τον εμβολιασμό) πρέπει, σταθμίζοντας τα πράγματα, αφού πρώτα τεκμηριώσει απολύτως τις πληροφορίες για τον κίνδυνο, να κρίνει αν πρέπει να αποφύγει τον εμβολιασμό.

Αν τελικά αποφασίσει να τον αποφύγει, πρέπει να λάβει συγχρόνως όλα τα μέτρα που θα αποτρέψουν τη διάδοση και σε άλλους της απειλούμενης να εκδηλωθεί ασθένειας, επιβάλλοντας ενδεχομένως συγκεκριμένους περιορισμούς στην επαφή και επικοινωνία του μη εμβολιασθέντος με άλλους, αλλά και ενημερώνοντας αμέσως τις αρμόδιες καθ΄ύλη υγειονομικές αρχές, ώστε να λάβουν κι αυτές τα ενδεδειγμένα μέτρα, περαιτέρω να λάβει και ο ίδιος, αν υπάρχουν, άλλα μέτρα που θα προστατεύσουν τον συγκεκριμένο μη εμβολιαζόμενο από την ασθένεια, από την οποία θα τον προφύλαγε το εμβόλιο που δεν έγινε, ώστε και αυτόν να προφυλάξει, στο μέγιστο δυνατό βαθμό και το γενικό πληθυσμό να προφυλάξει από τον κίνδυνο διάδοσης της συγκεκριμένης ασθένειας.

Αν ωστόσο εν τέλει οι προϊστάμενες αρχές (Υπουργείο, Υγειονομική περιφέρεια ή όποιος άλλος είναι κατά το νόμο ιεραρχικά ανώτερος και αρμόδιος) δώσουν εντολή στον γιατρό να χορηγήσει το εμβόλιο, είμαι της γνώμης ότι πρέπει να το κάνει, εκθέτοντας εγγράφως τις απόψεις του, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει πιθανές εις βάρος του μελλοντικές αιτιάσεις ή κατηγορίες, που μπορεί να προέλθουν είτε από το περιβάλλον του εμβολιαζομένου, είτε από τρίτους και αποτελεσματικά να αμυνθεί, αν τυχόν του ζητηθούν ευθύνες. Σ’ όλες τις περιπτώσεις η συνεπής και λεπτομερής καταγραφή των πραγματικών περιστατικών, όπως λέμε στα νομικά, και των ενεργειών του γιατρού ή του νοσηλευτικού προσωπικού σε κάποιο επίσημο έγγραφο (ημερολόγιο κλινικής, βιβλιάριο ασθενούς κλπ) μπορεί ν’ αποδειχθεί σωτήρια, αν τα πράγματα εξελιχθούν άσχημα για οιονδήποτε λόγο.

vaccination3VIII. Να δώσω στη συνέχεια δυο -τρεις ακόμη, σχετικές με όσα προλέχθηκαν, χρήσιμες πληροφορίες και να τελειώσω.

1η πληροφορία:

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Κροατίας έκρινε σχετικά με τους εμβολιασμούς ότι το δικαίωμα των παιδιών στην Υγεία είναι ανώτερο από το δικαίωμα των γονέων τους στην (λάθος) επιλογή να μην τα εμβολιάσουν.

2η πληροφορία:

Από τα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας προκύπτει ότι από το 1977 ο εμβολιασμός έχει εξαλείψει την ευλογιά απ΄ όλο τον κόσμο, η οποία εκτιμάται ότι είχε προκαλέσει το θάνατο 300 έως 500 εκατομμυρίων ανθρώπων εντός του 20ου αιώνα, προκαλώντας ειδικώτερα το θάνατο σε ποσοστό 20-60 ο/ο των ενηλίκων και άνω του 80 ο/ο των παιδιών που προσέβαλε.

3η πληροφορία:

Η Γενική Γραμματεύς Δημόσιας Υγείας στην Ελλάδα, Χριστ. Παπανικολάου, πρόσφατα, στις 7-11-2014, με κατεπείγουσα εγκύκλιό της ζητά τον αντιφυματικό εμβολιασμό των μαθητών του Δημ. Σχολείου, γιατί η φυματίωση αποδεικνύεται πάλι, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, η 2η συχνότερη αιτία θανάτου από κοινή μολυσματική νόσο, μετά το σύνδρομο ανοσιοβιολογικής ανεπάρκειας.

4η πληροφορία:

Όταν εγώ, εν έτει 1952, ήμουν 1,5 περίπου ετών, προσβλήθηκα από φυματιώδη μηνιγγίτιδα, πιθανόν κολλώντας την ασθένεια από τη μητέρα μου, η οποία είχε νοσηλευθεί τον καιρό εκείνο στο τότε Σανατόρειο και ήδη Νοσοκομείο ‘’Παπανικολάου’’ της Θεσσαλονίκης με διαγνωσμένη φυματίωση. Είχα σπασμούς από ότι μου είπαν και επειγόντως εισήλθα και έμεινα πολλούς μήνες στην τότε ‘’Μέριμνα του Παιδιού’’ στην οδό Φιλ. Εταιρίας, στην τρυφερή εκείνη ηλικία, υπό συνθήκες άγριες (ένα δωμάτιο, με καμμιά 10αριά κρεββάτια με ψηλά κάγκελα, γκρίζους τοίχους και καμμία διακόσμηση, φορώντας ένα μακρύ νυχτικό, και περιμένοντας τις νοσοκόμες που έρχονταν για την περιποίηση και τις ενέσεις, σφίγγοντας τα δόντια μου, απ΄ ότι μετά μου είπαν για να μην κλάψω, όταν τις έβαζα).Την ημέρα που έφυγα από την Μέριμνα, ήμουν, απ΄ότι επίσης πολλά χρόνια μετά μου είπαν οι γονείς μου, τόσο ασυνήθιστος στον έξω από την κλινική κόσμο, που τρόμαζα στη θέα των αυτοκινήτων που άκουγα και έβλεπα γύρω μου (και πόσα αυτοκίνητα θα υπήρχαν την εποχή εκείνη). Αν είχα εμβολιαστεί εγκαίρως για τη φυματίωση, θα είχα μάλλον αποφύγει όλη εκείνη την μακρά ταλαιπωρία των πρώιμων παιδικών μου χρόνων.

5η και τελευταία, λιγώτερο σημαντική για σας, αλλά πιο σημαντική για μένα, πληροφορία:

Έκτοτε (από το 1954) ευτυχώς, κάνοντας όλα τα προβλεπόμενα εμβόλια, δεν είχα άλλα σημαντικά προβλήματα της υγείας μου και έζησα μια παιδική ζωή χαράς και πληρότητας, αλλά και μετέπειτα, ως μαθητής, φοιτητής και επιστήμονας, σπουδάζοντας συγχρόνως επί πολλά χρόνια μουσική και συμμετέχοντας σε μουσικά και καλλιτεχνικά σχήματα, μέχρι σήμερα, όντας δικαστής επί 37 περίπου χρόνια, φέτος, όπως είπα και στην αρχή, κέρδισα καταπληκτικές εμπειρίες φιλίας, συναναστροφών, επικοινωνίας και βιωμάτων προσωπικών, διαπροσωπικών και στον κοινωνικό χώρο, φθάνοντας σήμερα αισίως και στο συνέδριό σας. Με την εμπειρία λοιπόν αυτή των 64 φέτος χρόνων της ηλικίας μου, που πέρασαν ευλογημένα, όπως προείπα, δεν πρέπει να είμαι ευγνώμων στους γονείς μου και στους παιδιάτρους, που φρόντισαν εγκαίρως να με εμβολιάσουν, ώστε να μην υποστώ κι άλλες ταλαιπωρίες και κινδύνους σαν αυτούς που πέρασα και να κερδίσω τη ζωή που έζησα;

Πηγήiatrikostypos