Gender Wage Gap: μύθοι και αλήθειες

0

Τις τελευταίες μέρες, με αφορμή την Μέρα της Γυναίκας, βλέπουμε πολλά δημοσιεύματα για το gender wage gap, τη διαφορά πληρωμής μεταξύ αντρών και γυναικών.

Κυκλοφορεί μάλιστα ένα γράφημα της Eurostat που αναπαριστά τη διαφορά ως χάσμα ανά χώρα, αλλά έχει παραξενέψει πολλούς το ότι ανεπτυγμένες χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία, ακόμα και η Φινλανδία, παρουσιάζουν απ’ τα μεγαλύτερα χάσματα, ενώ χώρες υπό ανάπτυξη όπως η Ρουμανία και η Κροατία, παρουσιάζουν από τα μικρότερα.

Τι συμβαίνει;

Πολύ απλά, τέτοια γραφήματα δεν μας παρέχουν καμιά πληροφορία άξια λόγου, και αυτό γιατί αναφέρονται μόνο στο συνολικό μέσο όρο αμοιβών, ενώ η πραγματικότητα είναι πολύ σύνθετη για να την αντιμετωπίζουμε με τέτοιες γενικεύσεις.

Μόλις εξετάσουμε τις πληρωμές στην ίδια επιχείρηση και τομέα, το χάσμα 16.2% του μέσου όρου της ΕΕ, γίνεται περίπου από 0.5% μέχρι 3.5% στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Και αυτό χωρίς να λάβουμε υπόψη μπόνους παραγωγικότητας και υπερωρίες που πιθανόν να μηδενίζουν το χάσμα (τουλάχιστον σύμφωνα με στοιχεία της Ολλανδίας, οι άντρες τείνουν να εργάζονται περισσότερο).

Γιατί όμως βλέπουμε τόσο μεγάλη διαφορά στο γενικό μέσο όρο;

Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι, όπως έχει εδραιωθεί σε διεθνείς διαπολιτισμικές μελέτες (σύνοψη ανασκοπήσεων βιβλιογραφίας, Schmitt et al. 2016), οι άντρες και οι γυναίκες τείνουν να παρουσιάζουν πολύ διαφορετικά επαγγελματικά ενδιαφέροντα για βιολογικούς λόγους: οι γυναίκες για ανθρώπους, ενώ οι άντρες για αντικείμενα (διαφορά Cohen’s d = 0.93). Οι γυναίκες για παράδειγμα υπερεκπροσωπούνται στην εκπαίδευση, ενώ οι άντρες στην πληροφορική.

Γενικά, οι τεχνικοί τομείς πληρώνουν καλύτερα από τους ανθρωποκεντρικούς. Επίσης, εμφανίζουν διαφορετικά ποσοστά απασχόλησης, ο λόγος που και οι γενικές συγκρίσεις ανεργίας μεταξύ φύλων δεν δηλώνουν πολλά.

Ένα πολύ ενδιαφέρον σχετικό εύρημα είναι πως, παρόλο που τα επαγγελματικά ενδιαφέροντα των γυναικών τείνουν να είναι κοινά παγκοσμίως, οι χώρες που βρίσκονται υψηλότερα στον γενικό δείκτη ισότητας φύλων, τείνουν να απασχολούν και λιγότερες γυναίκες στους τεχνικούς τομείς (STEM – Science, Technology, Engineering, Mathematics).

Η ερμηνεία μας είναι ότι, καθώς οι πιο ισότιμες χώρες τείνουν να είναι και πιο ανεπτυγμένες, είναι σε θέση να εγγυηθούν ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο στις γυναίκες που θα ακολουθήσουν όποιον τομέα τις παθιάζει, ενώ οι κοπέλες στις υπανάπτυκτες χώρες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο βιοτικό ρίσκο και επιλέγουν τους «πιο σίγουρους» τομείς.

Ο άλλος βασικός λόγος απόκλισης του μέσου όρου μισθών αφορά το ότι οι γυναίκες τείνουν να υποεκπροσωπούνται όσο ανεβαίνουμε στην ιεραρχεία.

Το φαινόμενο όμως δεν αποτελεί απαραίτητα απόρροια κάποιας ευρύτερης σεξιστικής διάκρισης. Όπως βλέπουμε στα δεδομένα των ΗΠΑ, δεν παρατηρείται απόκλιση εξέλιξης μισθού μέχρι και την ηλικία των 30, όπου η μέση Αμερικανίδα γίνεται μητέρα.

Στα δεδομένα της Δανίας βλέπουμε κάποια πολύ ενδιαφέροντα ευρήματα: σε βάθος χρόνου, οι γυναίκες εμφανίζουν περί τις 3 φορές μικρότερο εισόδημα αν επιλέξουν να κάνουν παιδιά.

Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για τους άντρες, όπου η μείωση των εισοδημάτων τους είναι πολύ μικρή στην περίπτωση που κάνουν παιδιά.

Αλλά ταυτόχρονα, από τα παραπάνω δεδομενα προκύπτει επίσης το πολύ παράξενο εύρημα, ότι οι άντρες που δεν κάνουν παιδιά εις βάθος χρόνου βλέπουν αύξηση των αποδοχών τους κατά περίπου 3 φορές, ενώ οι γυναίκες που δεν κάνουν παιδιά, βλέπουν αύξηση 7 φορές. Από την άλλη, ας έχουμε κατά νου ότι τα συγκεκριμένα δεδομένα αφορούν την Δανία, και ίσως να μην επαληθεύονται διεθνώς.

Το συμπέρασμα είναι ότι γενικά, οι γυναίκες που κάνουν παιδιά αντιμετωπίζουν σημαντικά μειονεκτήματα στην καριέρα τους, ενώ αυτό δεν ισχύει σε σημαντικό βαθμό για τους άντρες. Δηλαδή, ενώ και τα δυο φύλα επιλέγουν να δίνουν ένα σημαντικό μέρος του χρόνου τους στη φροντίδα του νεογέννητου, κατά συντριπτική πλειοψηφία μόνο οι γυναίκες δίνουν αρκετό χρόνο ώστε να αναγκαστούν να αφήσουν πίσω τη καριέρα τους. Το ερώτημα που προκύπτει είναι το κατά πόσον αυτό το φαινόμενο αποτελεί απόρροια σεξιστικών διακρίσεων.

Αναμενόμενα, υπάρχουν κάποιοι φυσικοί παράγοντες που εξηγούν τουλάχιστον ένα μέρος του χάσματος, καθώς η Δανία αποτελεί μια από τις πιο προοδευτικές χώρες του πλανήτη αλλά το φαινόμενο εξακολουθεί να είναι τόσο ισχυρό. Ο σημαντικότερος παράγοντας λοιπόν θεωρούμε ότι αφορά την άδεια μητρότητας.

Σε πρόσφατη δημοσκόπηση 500 managers του Ηνωμένου Βασιλείου, το 1/3 δήλωσε ότι αν χρειαζόταν να απασχολήσει ένα άτομο στην 2η ή 3η δεκατία του, θα προτιμούσε να ήταν άντρας αντί για γυναίκα. Οι λόγοι είναι δυο: το 44% δηλώνει ότι τα οικονομικά κόστη στην επιχείρησή τους θα ήταν σημαντικά από την άδεια μητρότητας που πιθανότατα θα πάρουν, ενώ το 1/3 πιστεύει ότι οι γυναίκες δεν είναι το ίδιο καλές στην δουλειά τους όταν επιστρέφουν. Και ίσως τα πραγματικά ποσοστά να είναι μεγαλύτερα, αλλά αρκετοί manager να ήταν επιφυλακτικοί στο να παραδεχθούν τι όντως πιστεύουν.

Οι απόψεις τους μπορεί να μοιάζουν σεξιστικές σε μια πρώτη ματιά, όμως με μια καλύτερη, πιστεύουμε ότι είναι απλά πραγματιστικές κατά τα σημερινά δεδομένα.

Ακόμα και αν το κράτος χρηματοδοτεί τις μητέρες με ένα μέρος του μισθού τους κατά την άδειά τους (στο ΗΒ γενικά πληρώνει το 92% του κόστους το κράτος), οι επιχειρήσεις θα πρέπει να βρουν κάποιο νέο εργαζόμενο στη θέση τους, και να επωμιστούν το κόστος (χρονικό και οικονομικό) της επανεκπαίδευσής, για να τον κρατήσουν μάλιστα για λιγότερο από ένα χρόνο. Και βεβαίως, δεν είναι παράλογο ότι ο οποιοσδήποτε λείψει για αρκετούς μήνες από την δουλειά του, θα χρειαστεί κάποιο διάστημα ώστε να «ξαναμπεί στα πράγματα», ειδικά αν πρόκειται για μητέρα που έχει κατά νου το νεογέννητο παιδί της.

Αλλά γιατί αυτά δεν ισχύουν για τους άντρες; Πώς διαφέρει η μητρική άδεια από την πατρική;  

Σε βάθος 9 μηνών, το μωρό δημιουργείται από και αποτελεί μέρος του σώματος της μάνας. Μάνα και παιδί μοιράζονται μια μοναδική και αποκλειστική σχέση σε αυτό το διάστημα. Μετά την γέννα λοιπόν, και τουλάχιστον για τους πρώτους μήνες, είναι αναμενόμενο η μάνα να είναι το πρόσωπο που και το μωρό αλλά και η ίδια γενικά θα προτιμούν να αποτελεί τον βασικό φροντιστή.

Αυτό γίνεται ακόμα πιο λογικό όταν λάβουμε υπόψη τον παράγοντα του θηλασμού, που φέρει ευεργετικές ιδιότητες και για το παιδί (μειωμένο ρίσκο ανάπτυξης πολλών παθήσεων, από μολύνσεις και αλλεργίες μέχρι είδη καρκίνου και νοητική υστέρηση) και για τη μητέρα (μειωμένο ρίσκο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 1 και 2, και ίσως επίσης επιλόχειας κατάθλιψης, παρότι τα δεδομένα στο τελευταίο ζήτημα δεν είναι ξεκάθαρα). Πέρα από το ότι, τους πρώτους μήνες, γενικά αποτελεί την βασική πηγή διατροφής του μωρού.

Ακόμα και στις χώρες που παρέχεται η ίδια άδεια και για τα δυο φύλα, οι άντρες την επιλέγουν πολύ πιο σπάνια και για πολύ πιο μικρό διάστημα. Ορισμένες κυβερνήσεις, αποφάσισαν ότι πρόκειται κατά κύριο λόγο όχι για ένα βιολογικό φαινόμενο αλλά για μια κοινωνική προκατάληψη, που μπορεί να επιλυθεί μόνο με δραστικά μέτρα. Έτσι, αυτή τη στιγμή, η Νορβηγία, η Σουηδία και η Ισλανδία εφαρμόζουν τις «πατρικές ποσοστώσεις» (father/daddy quotas), που δεν επιτρέπουν την μητρική άδεια αν ο πατέρας δεν πάρει επίσης τουλάχιστον ένα μέρος της. Στη Νορβηγία τα αποτελέσματα είναι πολύ εμφανή: το 1993 που πέρασε ο νόμος, μόνο το 3% των πατέρων έπαιρνε άδεια, ενώ πλέον περίπου το 90% παίρνει άδεια τουλάχιστον 12 εβδομάδων.

Ωστόσο, η πρακτική έχει κατηγορηθεί από πολλούς ακαδημαϊκούς ως ιδεολογικά αντί για ερευνητικά κατευθυνόμενη. Μάλιστα, μια μελέτη για τα αποτελέσματα των ποσοστόσεων στην Νορβηγία κατέληξε στο μη αναμενόμενο συμπέρασμα ότι προκάλεσαν μείωση της εργασίας των γυναικών και άρα μείωση των εισοδημάτων τους. Το ίδιο φαίνεται να συμβαίνει και με τους άντρες, άρα ένα πιθανό συμπέρασμα είναι ότι το ζευγάρι που παίρνει άδεια από κοινού, αποφασίζει να εργάζεται λιγότερο και να περνάει περισσότερο χρόνο οικογενειακώς. Πάντως συνολικά, δεν παρατηρήθηκε μείωση της οικονομικής ανισότητας φύλου μέσω της πρακτικής. Ωστόσο, για να αναφερόμαστε σε σίγουρα συμπεράσματα για τη πρακτική, πρέπει να περιμένουμε περισσότερες μελέτες από περισσότερες χώρες.

Γνώμη μας είναι ότι μάλλον οι ποσοστώσεις άδειας δεν φαίνεται να αξίζουν την καταπάτηση ελεύθερης επιλογής που προαπαιτούν, ειδικά όσον αφορά ένα φαινόμενο που παρατηρείται παγκοσμίως και άρα πιθανότατα έχει πρωτίστως βάσεις βιολογίας, αντί για κοινωνικών προκαταλήψεων.

Δεν μπορούμε να αφήνουμε τις βιολογικές μας βάσεις εκτός της εξίσωσης, καθώς μας καθορίζουν βαθιά. Για παράδειγμα, η κληρονομικότητα του IQ μετά την ενηλικίωση υπολογίζεται στο 60%-80%, ανεξαρτήτως του περιβάλλοντος.

Οι άντρες και οι γυναίκες, και μόνο για βιολογικούς λόγους, δεν παρουσιάζουν ένα κοινό μέσο ψυχομετρικό προφίλ, και αυτός είναι ένας ακόμα λόγους που είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουμε την προκατάληψη από το φυσικό φαινόμενο απλά εξετάζοντας στατιστικά εκπροσώπησης φύλου και κρίνοντας από την απόκλιση ισομέριάς τους.

Για παράδειγμα, από τις προηγούμενες διεθνείς διαπολιτισμικές μελέτες που αναφέραμε, ξέρουμε ότι οι άντρες τείνουν να εκτιμούν περισσότερο την εξουσία (d=0.29) και την επιτυχία (d=0.24), ενώ οι γυναίκες την καλοσύνη (d=0.36). Επίσης, γνωρίζουμε ότι οι άντρες τείνουν να είναι πιο κακόβουλοι, με υψηλότερους δείκτες στη σκοτεινή τριάδα: μακιαβελισμός (d=0.27), ναρκισσισμός (d=0.16), ψυχοπάθεια (d=0.67), αλλά από την άλλη, οι γυναίκες τείνουν να είναι πιο νευρωτικές (d=0.4), δηλαδή φέρουν μεγαλύτερες πιθανότητες να φορτιστούν συναισθηματικά με άγχος, θυμό, θλίψη. Προφανώς, όλοι αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν την άνοδο του ατόμου στην ιεραρχεία μιας επιχείρισης, συχνά με απρόβλεπτο τρόπο.

Γιατί αναφερόμαστε με τόση σιγουριά σε βιολογικούς παράγοντες; Γιατί τα ευρήματα ανά τον κόσμο είναι απροσδόκητα: στις χώρες όπου παρατηρούνται περισσότερο ισομερείς ρόλοι, κοινοποιήση και κοινωνικοπολιτική ισότητα φύλου, οι ψυχομετρικές διαφορές μεταξύ των φύλων τείνουν να είναι μεγαλύτερες. Για παράδειγμα, οι μεγαλύτερες διαφορές εντοπίστηκαν στην Γαλλία (d=0.44) και στην Ολλανδία (d=0.36), ενώ οι μικρότερες στη Βοτσουάνα (d=0) και στην Ινδία (d=0.01). Ένας παράγοντας που πιθανώς εξηγεί το φαινόμενο είναι ότι στις πιο ισομερείς χώρες οι άνθρωποι τείνουν να εκτιμούν περισσότερο και την αυτοεκφραστικότητα, άρα πιθανόν και να εκφράζουν τις φυσικές τους διαφορές πιο άνετα.

Σημαίνουν όλα αυτά ότι δεν παίζουν σημαντικό ρόλο και οι προκαταλήψεις; Σε καμιά περίπτωση. Βλέπουμε για παράδειγμα ότι ειδικά σε τομείς εργασίας που απαρτίζονται κυρίως από άντρες, οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να δηλώσουν ανισότητα μεταχείρισης. (Από την άλλη, ας έχουμε κατά νου ότι τα δεδομένα είναι αυτοαναφορικά και υποκειμενικά, και ίσως δηλώνουν και μια υπερβολή, όπως φαίνεται απ’ το ότι, ακόμα και όπου εργάζονται περισσότερες γυναίκες από άντρες, δηλώνεται σημαντικό ποσοστό προκατάληψης φύλου. Επίσης, δεν έχουμε στοιχεία από την οπτική των ανδρών και την πιθανή ανισότητα που μπορεί να αντιλαμβάνονται προσωπικά).

Μπορούμε πάντως να εντοπίσουμε σε κάποιον σημαντικό αντικειμενικό βαθμό τις προκαταλήψεις στη χώρα μας, κάνοντας συγκρίσεις του ποσοστού θέσεων δύναμης που κατέχουν άντρες και οι γυναίκες σε σχέση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Βλέπουμε για παράδειγμα ότι αναλογικά με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, έχουμε 1.3 λιγότερες βουλευτές και 2.3 λιγότερες γυναίκες ως μέλη των διοικητικών συμβουλίων των μεγαλύτερων επιχειρήσεων. Συνολικά παρουσιάζουμε την 2η χαμηλότερη θέση στην Ε.Ε. όσον αφορά την ισότητα φύλων στην εξουσία (1η είναι η Ουγγαρία), ένα φαινόμενο που θεωρούμε ότι όλοι μας θα έπρεπε να ευαισθητοποιηθούμε ώστε να αντιμετωπιστεί άμεσα.

Αρκεί να θυμόμαστε πως η κατάσταση δεν είναι ευρύτερα απαισιόδοξη.

Για παράδειγμα, οι τελευταίες μελέτες των ΗΠΑ καταλήγουν στ’ ότι, κατά μήκος όλων των επιστημών, οι γυναίκες είναι το ίδιο πιθανό με τους άντρες να λάβουν χρηματοδοτήσεις, να δεχθούν δημοσίευση των άρθρων τους και παράθεση από συναδέλφους, να τους δωθεί θέση και να προαχθούν στα Πανεπιστήμια. Μάλιστα, βρέθηκε ότι η σχετική ευαισθητοποίηση ήταν τόσο μεγάλη, που ορισμένα παλιότερα προκατειλημένα φαινόμενα είχαν αντιστραφεί: οι γυναίκες ήταν πλέον πιο πιθανό να λάβουν προσφορές πρόσληψης απ’ ότι άντρες, και σε πείραμα 371 Πανεπιστημίων και στις 50 Πολιτείες των ΗΠΑ κατά το 2014, τα βιογραφικά τους προτιμούνταν σε διπλάσιο βαθμό από πανομοιότυπα ανδρικά.

Κλείνοντας, σημειώνουμε την πεποίθησή μας πως, για να πετύχουμε μια πραγματική και πολύπλευρη ισότητα φύλων, χρειαζόμαστε μια ψύχραιμη, ώριμη και εμπεριστατωμένη άποψη της πραγματικότητας, χωρίς υπερβολές ή κινδυνολογίες, και το παραπάνω άρθρο συντάχθηκε στη βάση επίτευξης αυτού του στόχου.